….Έκλαψε η Καίτη με την ψυχή της, χτυπήθηκε σαν χταπόδι για να μη γίνει ο γάμος. Άδικος κόπος!.... Εκείνη τη μέρα ένιωθε σαν τη...

Αποσπάσματα απο το βιβλίο Ους ο Θεός... ΧΩΡΙΖΕΤΩ της Χρύσας Ζανεσή Αλεξάκη για το ηλεκτρονικό περιοδικό Writersgr




….Έκλαψε η Καίτη με την ψυχή της, χτυπήθηκε σαν χταπόδι για να μη γίνει ο γάμος. Άδικος κόπος!....
Εκείνη τη μέρα ένιωθε σαν την Ιφιγένεια, αφού ο πατέρας της τη θυσίαζε. Ο Αγαμέμνονας όμως το έκανε για ιερό σκο­πό, για την πατρίδα! «Εμένα γιατί με θυσιάζει; Για να ξεφορ­τωθεί ένα στόμα και μια αλλαξιά ρούχα; Άσε που κανένας δεν το βλέπει σαν θυσία, όλοι συζητούν για τύχη βουνό. Για ποια τύχη μιλάνε; Μήπως επειδή έχει λεφτά; Ε, και τι έγινε; Δεν τον αγαπώ! Στο κάτω κάτω, δεν θα μ’ αγκαλιάζουν ούτε θα με χαϊδεύουν τα λεφτά, μα οι χερούκλες του». Ανατρίχιασε σύ­γκορμη η Καίτη.
«Μπλιαχ!» αναφώνησε στη σκέψη πως εκείνος θα τη φιλούσε…

…..Έφτασε στην εκκλησία συνοδευόμενη και βασταζόμενη από τους γονείς της. Κοντοστάθηκε και στύλωσε το βλέμμα στον γαμπρό. «Δεν είναι και σκόρος γαμώτο, να μυρίσει τη ναφθαλίνη και να πέσει ανάσκελα!» σκέφτηκε και προχώρησε
σαν πρόβατο στη σφαγή. Οι γονείς της, τρελαμένοι από ευ­τυχία, χάριζαν χαμόγελα κι ευχαριστίες στους καλεσμένους τους, σαν να παντρεύονταν εκείνοι. Και οι ευχές έπεφταν βρο­χή. «Η ώρα η καλή! Με το καλό!».
Η Καίτη από μέσα της έβραζε και ξεφυσούσε σαν τσαγερό. Για ποια ώρα καλή μιλούσαν, δεν μπορούσε να καταλάβει.
«Άι στο διάολο όλοι σας! Δεν βλέπετε το έγκλημα που γί­νεται, καμαρώνετε κιόλας;» σκεφτόταν καθώς προχωρούσε προς τον φονιά των ονείρων της.
…..Στη σκέψη αυτή, άκουσε τον παπά να ψέλνει μεγαλόφωνα: «Και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω».
Εκεί την έπιασαν τα γέλια. «Μωρέ, χωριζέτω, χωριζέτω!» σκέφτηκε και γυρνώντας προς τον γαμπρό, είπε χαμογελαστά και αποφασιστικά:
 «Σε δυο χρόνια θα χωρίσουμε. Μην καμαρώνεις!»….


…. «Η ώρα της ελευθερίας σήμανε για την Καίτη, κι αυτό της έδινε μια παράξενη δύναμη. Μια δύναμη που αντλούσε από τα βάθη της ψυχής της. Είχε έρθει η ώρα να ανοίξει τις σπα­σμένες φτερούγες της και να πετάξει. Χρόνια τις φρόντιζε ώστε να επουλώσει τις πληγές τους, να τις κάνει δυνατές, και με την υπομονή και την επιμονή της, τα κατάφερε. Πού θα την οδηγούσε η φυγή της, δεν γνώριζε. Ήταν όμως επιλογή της. Όποιο κι αν ήταν το αποτέλεσμα, όσες ανηφόρες κι αν ανέβαινε, όσες κατρακύλες κι αν έπαιρνε, ήταν δική της από­φαση. Πάντα όμως θα έβαζε πάνω απ’ όλα τα παιδιά της……

…. «Θα τον αγαπούσες με τον καιρό. Τέτοιον γαμπρό άλλες θα έκαναν αμάν, για να τον αρπάξουν. Αλλά είσαι χαζή και δεν κοιτάζεις το συμφέρον σου» τη διέκοψε ο πατέρας της.
«Αν θες να μάθεις, η αγάπη έρχεται μόνη της, όχι κατόπιν παραγγελίας. Ούτε κατόπιν αγοραπωλησίας. Τέλος πάντων, αυτά είναι ψιλά γράμματα για σας. Αποφασίσατε για μένα, εί­πατε “αυτόν θα πάρεις” και δεν δεχόσασταν κουβέντα. Όμως έπρεπε να ξέρετε ότι δεν θα ήμουν για πάντα δεκαέξι χρο­νών. Θα μεγάλωνα και θα αποκτούσα δική μου κρίση. Αυτό βέβαια δεν το υπολογίσατε. Με κατηγορείτε εσείς που με φέ­ρατε στον κόσμο, δικαιολογείτε και πιστεύετε όλους όσους κατηγορούν το παιδί σας, χωρίς να μπείτε καν στον κόπο ν’ αναζητήσετε την αλήθεια. Ποτέ δεν με ρωτήσατε πώς είναι η ζωή μου στη φυλακή στην οποία με κλείσατε…» 

0 σχόλια:

Εκδόσεις Ψυχογιός

Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη

Εκδόσεις Παπαδόπουλος

Εκδόσεις Αέναον

Public

Sponsor

Find Us On Facebook

Social Share

Συνολικές προβολές σελίδας